Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΔΕΛΦΙΝΙΩΝ











Το νεογέννητο δελφίνι κείτεται άψυχο στο νερό. Η μητέρα του προσπαθεί απεγνωσμένα να το συνεφέρει. Το σηκώνει ψηλά προσπαθώντας να επαναφέρει την αναπνοή του, το αγγίζει με τα πτερύγια και το ράμφος της, το «φωνάζει», αλλά μάταια. Το δελφινάκι είναι νεκρό και αυτή, απελπισμένη, φαίνεται σαν μη μπορεί να το πιστέψει _ είναι πραγματικά σαν να θρηνεί.

Η σκηνή είναι σπαρακτική, αλλά το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται να την παρακολουθήσετε «ζωντανά». Εδώ βιολόγοι που έχουν περάσει δεκαετίες ολόκληρες στη θάλασσα δεν έχουν δει ποτέ κάτι τέτοιο.

Ο Ζοάν Γκονθάλβο Βιγιέγας όμως, θαλάσσιος βιολόγος του Ερευνητικού Ινστιτούτου Tethys (μιας ιταλικής μη κυβερνητικής οργάνωσης που ειδικεύεται στη μελέτη των κητωδών), είχε την «τύχη» να σταθεί μάρτυρας αυτού του γεγονότος. «Επεσε» επάνω του κάνοντας τη συνηθισμένη έρευνά του στον Κόλπο του Αμβρακικού, και μάλιστα όχι μόνο μία φορά. Την επόμενη ημέρα η μητέρα ήταν ακόμη εκεί συνεχίζοντας τις απεγνωσμένες προσπάθειες και τον θρήνο της. «Εμοιαζε σαν να μη μπορεί να αποδεχθεί το γεγονός»δηλώνει ο ερευνητής μιλώντας στο «Βήμα». «Αυτό ήταν ακόμη πιο σοκαριστικό γιατί σήμαινε ότι το ζώο αντιδρούσε κατ' αυτόν τον τρόπο επί τουλάχιστον 48 ώρες».
Τον επόμενο χρόνο ο κ. Γκονθάλβο βρέθηκε μπροστά σε ένα παρόμοιο περιστατικό. Ενα μικρό ρινοδέλφινο ηλικίας δύο ως τριών μηνών, εμφανώς άρρωστο, επέπλεε με δυσκολία. Τα άλλα ενήλικα μέλη της ομάδας του κολυμπούσαν γύρω του ανήσυχα και προσπαθούσαν να το βοηθήσουν να μείνει στην επιφάνεια. Υστερα από λίγο ωστόσο - περίπου 40 λεπτά - το μικρό δελφίνι πέθανε. «Περίμενα η μητέρα, ή τουλάχιστον το ενήλικο δελφίνι που θεώρησα ότι ήταν η μητέρα γιατί κολυμπούσε πιο κοντά του, να αντιδράσει όπως το ζώο που είχαμε δει την προηγούμενη χρονιά» λέει ο βιολόγος. Αυτό όμως δεν συνέβη. Μόλις το πτώμα του μικρού βούλιαξε, τα υπόλοιπα δελφίνια έφυγαν αμέσως από εκείνο το σημείο.

Σαν άνθρωποι;

Αυτό τον έβαλε σε σκέψεις. Μήπως τα δελφίνια αντιδρούν διαφορετικά στον θάνατο ανάλογα με τις συνθήκες - ακριβώς όπως και οι άνθρωποι; «Στην πρώτη περίπτωση» λέει«η μητέρα φαινόταν σαν να μη μπορούσε να συμβιβαστεί με τον ξαφνικό θάνατο του μικρού της - όπως θα συνέβαινε και σε εμένα ή σε εσάς αν χάνατε κάποιον κοντινό σας άνθρωπο ξαφνικά, για παράδειγμα σε ένα τροχαίο. Στη δεύτερη ήταν σαν τα δελφίνια με κάποιον τρόπο να ήξεραν ότι το μικρό πέθαινε και να έμειναν κοντά του για να το βοηθήσουν και να του κρατήσουν συντροφιά ως το τέλος».

Το πένθος και η αίσθηση του θανάτου θεωρούνται αποκλειστικά ανθρώπινες ιδιότητες. Η διερεύνηση ανάλογων ιδιοτήτων στα ζώα αποτελούσε για πολύ καιρό ένα «ταμπού» για την επιστημονική έρευνα _ ένα «επικίνδυνο» ζήτημα που μόνο τελευταία ορισμένοι έχουν αρχίσει να προσεγγίζουν. «Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι και τόσο αποδεκτό» απαντά ο κ. Γκονθάλβο. «Και αυτό γιατί εμπεριέχει ένα έντονα υποκειμενικό στοιχείο. Αυτού του είδους τις σκηνές όταν τις βλέπεις τις νιώθεις στο πετσί σου, είναι πολύ δύσκολο να αξιολογήσεις επιστημονικά τι ακριβώς συμβαίνει. Αυτό όμως ισχύει ουσιαστικά σε έναν βαθμό για κάθε είδους συμπεριφορική μελέτη στα ζώα».

Επιπλέον, όπως εξηγεί, οι εμπειρίες του είδους είναι σχετικά σπάνιες - «είμαι από τους πολύ λίγους που έχουν δει κάτι τέτοιο» λέει «και ακόμη κι αν συνεχίσω να δουλεύω με τον ίδιο τρόπο για τα επόμενα τριάντα χρόνια μπορεί να μην το δω ξανά ποτέ». Αυτό όχι μόνον εξαιτίας του νόμου των πιθανοτήτων που δεν φέρνει συχνά τους ειδικούς σε άμεση επαφή με σκηνές φυσικού θανάτου στη φύση, αλλά και επειδή η ενδεδειγμένη συμπεριφορά για έναν επιστήμονα που ασχολείται με τη διατήρηση των ειδών απέναντι σε ένα τέτοιο συμβάν είναι συνήθως διαφορετική από αυτήν που αποφάσισε να υιοθετήσει ο συγκεκριμένος βιολόγος.

Το τελευταίο καταφύγιο

Τα δελφίνια του Αμβρακικού δεν είναι ωστόσο ξεχωριστά μόνον επειδή αυτή τη στιγμή αποτελούν το αντικείμενο μιας πρωτότυπης μελέτης. Στο σημείο αυτό της Ελλάδας παρατηρείται η μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού ρινοδέλφινων στη Μεσόγειο - ένα είδος που έχει αρχίσει να «αραιώνει» όλο και περισσότερο στα μεσογειακά νερά εξαιτίας της υπεραλίευσης και της ρύπανσης. Ο πληθυσμός των ρινοδέλφινων του Αμβρακικού παραμένει τα τελευταία χρόνια σταθερός, ενώ η περιοχή είναι προστατευόμενος υγροβιότοπος - έχει ενταχθεί μεταξύ άλλων στο δίκτυο Natura 2000 και έχει κηρυχθεί εθνικό πάρκο. Αυτό όμως, όπως τονίζει ο κ. Γκονθάλβο, δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον τους.
«Από 150 κοινά δελφίνια που ζούσαν στο Αρχιπέλαγος το 1996 ο πληθυσμός μειώθηκε στα 15 ως το 2006-2007» λέει. «Αιτία σύμφωνα με όλα τα στοιχεία είναι η υπεραλίευση η οποία οδήγησε στην εξάντληση της τροφής τους». Οπως εξηγεί, στην περιοχή ψαρεύουν σχετικά λίγες τράτες βυθού και γριγρί, αλλά σε εντατικό ρυθμό και με στόχο κυρίως τα πελαγικά ψάρια - όπως η σαρδέλα, ο γαύρος και η παλαμίδα. «Τα πελαγικά ψάρια αποτελούν την κύρια τροφή των κοινών δελφινιών, αλλά και του τόνου και του ξιφία, δύο ειδών που επίσης έχουν υποστεί μεγάλη μείωση στην περιοχή».

Ραγδαία υποβάθμιση του περιβάλλοντος

Τα ρινοδέλφινα του Αμβρακικού δεν έχουν ανάλογο πρόβλημα. Αντιθέτως έχουν άφθονη τροφή - η βιομηχανική αλιεία απαγορεύεται εδώ - και αυτός άλλωστε είναι ένας λόγος που ο πληθυσμός τους είναι τόσο πυκνός και παραμένει σταθερός. «Προσέξτε όμως»,επισημαίνει ο κ. Γκονθάλβο, «μιλάμε για μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού επειδή έχουμε 150 ρινοδέλφινα σε μια συγκεκριμένη έκταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πολλά. Με τους όρους της βιολογίας, 150 δεν είναι τίποτε. Και στον Αμβρακικό μπορεί να μην υπάρχει το πρόβλημα της υπεραλίευσης, υπάρχει όμως έντονο πρόβλημα υποβάθμισης του περιβάλλοντος».
«Οι παράγοντες που συνεισφέρουν στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος στον Αμβρακικό είναι πολλοί» τονίζει. «Το στόμιο του κόλπου είναι πολύ στενό και πολύ ρηχό. Αυτή είναι και η μόνη σύνδεσή του με την ανοιχτή θάλασσα, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η κυκλοφορία του νερού στο εσωτερικό του κόλπου είναι εξαιρετικά μειωμένη». Τα δύο μεγάλα ποτάμια που εκβάλλουν στον Αμβρακικό, ο Λούρος και ο Αραχθος, έχουν όπως επισημαίνει μειωμένη ροή εξαιτίας φραγμάτων που έχουν κατασκευαστεί κατά μήκος τους για αρδευτικά ή υδροηλεκτρικά έργα. «Επιπλέον» προσθέτει «εκτός του ότι η εισροή φρέσκου νερού από τους ποταμούς είναι μειωμένη τα νερά τους είναι μολυσμένα από παρασιτοκτόνα και άλλα ρυπογόνα στοιχεία».

Ευτροφισμός και υποξία
 
Ενα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ο ευτροφισμός _ η αύξηση των βακτηρίων και των φυκών που προκαλείται από την υπερβολική συγκέντρωση θρεπτικών γι' αυτά συστατικών (όπως τα νιτρικά και τα φωσφορικά ιόντα από τα λιπάσματα και τα απορρυπαντικά που «πέφτουν» στο νερό) και οδηγεί σε μείωση του οξυγόνου. Εκτός από τα λύματα, όπως λέει ο κ. Γκονθάλβο, οι εκτεταμένες ιχθυοκαλλιέργειες στην περιοχή επιτείνουν την κατάσταση. «Οι ιχθυοκαλλιέργειες εισάγουν ακόμη περισσότερα οργανικά υλικά, με τις τροφές που ρίχνονται στο νερό και με αυτά που παράγουν τα εκτρεφόμενα ψάρια που είναι στριμωγμένα σε μεγάλες πυκνότητες μέσα στους κλωβούς».
Το πρόβλημα του ευτροφισμού και της υποξίας που αυτός συνεπάγεται φαίνεται να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό τις τελευταίες δεκαετίες. «Πριν από 20 χρόνια» λέει ο βιολόγος«το Πανεπιστήμιο της Πάτρας είχε κάνει μια μελέτη και είχε διαπιστώσει ότι τα νερά του Αμβρακικού κάτω από τα 40 μέτρα βάθος είχαν σχεδόν μηδενικό οξυγόνο. Επανέλαβαν αυτή τη μελέτη πρόπερσι και είδαν ότι τα νερά με σχεδόν μηδενικό οξυγόνο ξεκινούσαν πλέον από τα 20 μέτρα βάθος». Αυτό σημαίνει ότι το 70% των νερών του Αμβρακικού είναι νεκρή ζώνη. Και ο αντίκτυπος είναι ήδη εμφανής. Πριν από δύο χρόνια τα μύδια που καλλιεργούνται εκεί κρίθηκαν τοξικά και ακατάλληλα προς κατανάλωση. Επισήμως η καλλιέργεια μυδιών, κυδωνιών και άλλων οστρακοειδών - που αποτελούν τα πιο «ευαίσθητα» στην ποιότητα του νερού είδη - έχει σταματήσει στον κόλπο.
 
ΠΗΓΗ: http://www.tovima.gr/science/article/?aid=421181


Δεν υπάρχουν σχόλια: